F-35A pilots fly in formation

To νέο πρόβλημα υπερσυμπίεσης καυσίμου αφορά και τις 3 εκδόσεις του F-35, καθυστερώντας το πρόγραμμα κατά ένα ακόμη χρόνο

Εδώ και ένα χρόνο το F-35 αντιμετώπιζε ένα καίριο ελάττωμα που το Αμερικανικό Πεντάγωνο δεν είχε φέρει στο προσκήνιο για να μην επιβαρυνθεί η εικόνα του προγράμματος ενόψει και των αξιολογήσεων από το Κογκρέσο. Στα τέλη του 2014 και κατά την διάρκεια δοκιμών προστασίας χτυπήματος από κεραυνό, ανακαλύφθηκε ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες πτήσης και μεταφοράς φορτίου το F-35 υπερσυμπίεζε (πολύ εκτός προδιαγραφών) το καύσιμο που τροφοδοτούσε τον κινητήρα Pratt & Whitney F135 με τον οποίο ήταν εφοδιασμένο. Οι δεξαμενές καυσίμου και το σύστημα τροφοδοσίας οδήγησαν ολόκληρο το πρόγραμμα F-35 να καθυστερήσει ένα ολόκληρο χρόνο μέχρι το πρόβλημα να λυθεί.

Το θέμα αποκαλύφθηκε μετά από ερωτήσεις δημοσιογράφων στον εκπρόσωπο τύπου του Joint Programme Office (JPO) που διαχειρίζεται το πρόγραμμα F-35 και για τους τρεις κλάδους των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (Οι Πεζοναύτες στις ΗΠΑ έχουν δικό τους ξεχωριστό κλάδο). Το σφάλμα είχε επίπτωση και στις 3 εκδόσεις του F-35. Αν και κατηγοριοποιήθηκε ως «χαμηλής πιθανότητας κίνδυνος«, λόγω αυτού του ελαττώματος  αυστηροποιήθηκαν τα όρια του φακέλου πτήσης και δοκιμών του F-35 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2015. Τότε μια σειρά δοκιμαστικών πτήσεων με νέας σχεδίασης βαλβίδες αποσυμπίεσης που απέτρεπαν την εισροή αέρα επέλυσαν το πρόβλημα.

Στις 12 Ιανουαρίου 2016 απονεμήθηκε στην LM σύμβαση για την εγκατάσταση σε 41 αεροσκάφη F-35A νέων βαλβίδων πίεσης. Το συνολικό κόστος θα φθάσει τα 28.8 εκ δολλάρια και οι εργασίες αποκατάστασης θα ξεκινήσουν άμεσα για να μην καθυστερήσουν και άλλο οι παραδόσεις. Μέσα σε αυτά τα 41 αεροσκάφη περιλαμβάνονται και εξαγωγικά F-35 που θα παραδοθούν τους επόμενους μήνες στην Αυστραλία, την Ολλανδία και την Νορβηγία.

Συνολικά έχουν κατασκευαστεί μέχρι σήμερα 154 αεροσκάφη F35 διάφορων εκδόσεων και τα οποία αναλαμβάνουν την συνέχιση των επιχειρησιακών δοκιμών πριν την εκκίνηση της πλήρης παραγωγής στις εγκαταστάσεις της LM και των υποκατασκευαστών. H εταιρεία σκοπεύει σταδιακά μέχρι το 2019 να φθάσει να παραδίδει 204 αεροσκάφη το χρόνο. Παρόλαυτα, η Alcoa ένας καίριος υποκατασκευαστής της εταιρείας που την προμηθεύει με μέρη τιτανίου σε ανακοίνωση της στις 7 Οκτωβρίου 2015 δήλωσε πως «η επιλογή της εταιρείας μας για τα επόμενα 9 χρόνια στηρίζει την LM στις προσπάθειές της για πλήρη παραγωγή 13 αεροσκαφών το μήνα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας 2020 (2025)«.

Τα 13 αεροσκάφη ανα μήνα αντιστοιχούν σε 156 αεροσκάφη το χρόνο, ποσό 24% μειωμένο σε σχέση με το επίσημο χρονοδιάγραμμα.

Για το περιστατικό της υπερσυμπίεσης καυσίμου, είχε προειδοποιηθεί εμπιστευτικά  το Κογκρέσο τον περασμένο Οκτώβριο από τον Διευθυντή του Γραφείου Ενσωμάτωσης, Πτέραρχο Jeffrey Harrigian. Στην γραπτή αυτή έκθεση ο Harrigian αναφέρει ότι έπρεπε να παρθεί μια απόφαση τον Δεκέμβριο (2015) σχετικά με το αν ένα «σοβαρό» πρόβλημα τροποποίησης-επανασχεδίασης που αφορά την υπερσυμπίεση καυσίμου θα έπρεπε να λυθεί άμεσα ή να περιμένουν μέχρι τον επόμενο κύκλο τροποποιήσεων. Το τελευταίο θα έκανε πολύ δύσκολή την ανακήρυξη αρχικής επιχειρησιακής ικανότητας (IOC) της έκδοσης F-35A τον ερχόμενο Αύγουστο του 2016 όπως έχει προγραμματιστεί.

Επιπλέον, ένα τέτοιο ελάττωμα θα μπορούσε να είναι καταστροφικό για τα περισσότερα αεροσκάφη πόσο μάλλον για ένα ταχέως κινούμενο και εξελισσόμενο Jet μαχητικό αεροσκάφος όπως το F-35. Ένα παρόμοιο περιστατικό υπερσυμπίεσης στις δεξαμενές καυσίμου οδήγησε to 2009 σε ζημιά αξίας 25 εκ $ σε ένα αεροσκάφος E-8C JSTARS AEW &C . To περιστατικό είχε συμβεί κατά την διάρκεια ανεφοδιασμού του από ένα ιπτάμενο τάνκερ KC-135.

Το JPO αναφέρει ότι οι επιτυχημένες δοκιμές τον Δεκέμβριο επιτρέπουν την συνέχιση του προγράμματος απρόσκοπτα.

Αλλη μια φορά το F-35 είχε ένα σοβαρό τεχνικό πρόβλημα που έμεινε κρυφό από την δημοσιότητα για πάνω από ένα χρόνο. Μαζί με την δήλωση της υποκατασκευάστριας εταιρείας Alcoa για μειωμένη κατά -23% παραγωγή σε σχέση με αυτό που διαφημίζει η LM, μένει να δούμε κατά πόσο το πρόγραμμα του F-35 θα επιτύχει τον σκοπό του. Όσον αφορά την εταιρεία LM ακόμη και αν στο τέλος περικοπούν οι αριθμοί του αεροσκάφους που θα κατασκευαστούν και μόνο οι αναθέσεις συμβάσεων για τροποποιήσεις και επανασχεδιάσεις του προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης αποτελούν ένα γερό χρηματικό έπαθλο. Το Αμερικανικό Δημόσιο δεν είναι βέβαιο ότι εξασφαλίζει το συμφέρον του δίνοντας συνέχεια χρήματα για τεχνικά προβλήματα που θα έπρεπε ήδη να είχαν επιλυθεί.

Τα κυριότερα προβλήματα του προγράμματος που ακόμη δεν έχουν επιλυθεί είναι τα παρακάτω:

  1. Ο κινητήρας του F-35 έχει αρκετά υψηλό βαθμό αστοχιών και απέχει πολύ από το να είναι έτοιμος για επιχειρησιακή χρήση. Πέραν αυτού δημιουργεί ένα από τα μεγαλύτερα θερμικά αποτυπώματα στο αεροσκάφος κάνοντάς το να λάμπει σε IIR ερευνητές. Έτσι αεροσκάφη όπως το Eurofighter ή το PAK-FA εφοδιασμένα με εξελιγμένα συστήματα IRST θα μπορούν να το ανιχνεύουν από απόσταση δεκάδων χιλιομέτρων. Η απόσταση αυτή όμως είναι μικρότερη από την ικανότητα εμπλοκής των ίδιων από τον συνδυασμό Meteor και ΑPG-81 (που είναι εφοδιασμένο το JSF) και έτσι ο κίνδυνος μικραίνει γιατί πάντοτε (με βάση τα ανοικτά στοιχεία) το F-35 θα έχει την ικανότητα first see/first shoot/first kill.
  2. To F-35 απαιτεί για την απογείωσή του αεροδιάδρομο τουλάχιστον 2438 μέτρων. Έτσι ενέχονται περιορισμοί στην χρήση του από συγκεκριμένα αεροδρόμια και η πιθανότητα πλήγματος του αεροδιαδρόμου φαντάζει πρώτος στόχος για προσβολή σε πιθανά μελλοντικά περιβάλλοντα απειλών. Το F-16 έχει ελάχιστο μήκος αεροδιαδρόμου τα 1000 μέτρα περίπου.
  3. Το κόστος χρήσης ανά ώρα πτήσης των 50.000$ του F-35 ξεπερνά κατά πολύ τα 6500-7000 $ του F-16. Αυτό αναγκαστικά θα έχει βαρύνουσες επιπτώσεις στον προυπολογισμό των χωρών χρηστών που μπορεί να οδηγήσει σε λιγότερες πραγματικές ώρες πτήσης ανά έτος στον κάθε πιλότο χειριστή ή σε περιοδική μη συντήρηση των χαρακτηριστικών STEALTH του αεροσκάφους. Και τα δυο αυτά στοιχεία θα δημιουργήσουν έναν λιγότερο ετοιμοπόλεμο στόλο αεροσκαφών για χώρες με όχι πολύ δυνατούς αμυντικούς προυπολογισμούς.
  4. Το F-35 είναι λιγότερο ευέλικτο εξαρχής στην εναέρια μάχη από ότι ένα 50 ετών αναχαιτιστικό. Σε περίπτωση κλειστής αερομαχίας WVR και σε συνδυασμό με το μεγάλο υπέρυθρο ίχνος του μαχητικού (εύκολα διακρίνεται από τους αισθητήρες IIR  πυραύλων όπως ο AIM-9X, o ΜΙCA-IR ή ο IRIS-T) είναι σχεδόν βέβαιη η κατάρριψή του από σύγχρονα μαχητικά πόσο μάλλον από αεροσκάφη 4ης ή 5ης γενιάς.
  5.  Το software του αεροσκάφους και τα όποια update απαιτούνται κατά την διάρκεια του κύκλου ζωής του, απαιτούνε σύνδεση με τον κεντρικό υπολογιστή στις ΗΠΑ ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ενημέρωση μέσω του λογιστικού συστήματος ALIS. Τα αρχεία του προφίλ του συστήματος ALIS και τα δεδομένα του προφίλ αποστολής πρέπει να ανανεώνονται πριν την πτήση. Το κυριότερο είναι ότι η ενημέρωση διάφορων απειλών όπως εκπομπές εχθρικών ραντάρ άγνωστων μέχρις στιγμής στην Αμερικανική Πλευρά (πχ ραντάρ S-400, ή το ραντάρ του κινέζικου STEΑLTH μαχητικού J-20) γίνεται μέσω αυτού του συστήματος. Καθώς η σύνδεση γίνεται μέσω καλωδίου Ίντερνετ μέσα από Secure VPN υπάρχει επίσης θέμα σε περίπτωση επίθεσης κυβερνοπολέμου στην περιοχή δράσης των F-35. Έτσι αν μια χώρα έχανε την κεντρική της σύνδεση της με το Ιντερνετ τα αεροσκάφη F-35 δεν θα μπορούσαν να δράσουν αποτελεσματικά. Έτσι σε ένα υποθετικό σενάριο όπου ένας χρήστης δεν είναι η Αμερικανική Πλευρά και είναι πχ η Τουρκία που εμπλέκονταν σε σύγκρουση με μια χώρα εφοδιασμένη με το J-20 (πχ Ιράν), κατά την αναγνώριση και κατηγοριοποίηση συγκεκριμένων εκπομπών ραντάρ ως εχθρικών θα έπρεπε πρώτα να ενημερωθεί η Αμερικανική βάση δεδομένων και έπειτα να γίνει το απαιτούμενο Update μέσω του συστήματος ALIS. Αυτό δεσμεύει κατά πολύ την αυτόνομη δράση συμμαχικών  δυνάμεων κατά νεοεμφανιζόμενων απειλών και αυξάνει επικίνδυνα την δυνατότητα έγκαιρης δράσης. Πάντα φυσικά ο χειριστής μπορεί να εμπλέξει ή να κατηγοριοποιήσει χειροκίνητα αγνώστου ταυτότητος στόχους σαν εχθρικούς. Είναι όμως διαφορετικό να ξέρεις ότι η συγκεκριμένη εκπομπή ραντάρ είναι ένα μαχητικό αεροσκάφος ή ένα SAM μικρής εμβέλειας αυτοματοποιημένα. Έτσι το κενό στην επίγνωση τακτικής κατάστασης θα είναι εμφανές για συμμαχικές δυνάμεις.